χειριστήριος

χειριστήριος
-α, -ο, Ν [χειριστής]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χειρισμό ή μέσω τού οποίου γίνεται ο χειρισμός («χειριστήριος διακόπτης»)
2. το ουδ. ως ουσ. βλ. χειριστήριο.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”